αράζω

αράζω
(αόρ. άραξα) 1. μετ. причаливать, ставить (судно), швартовать;
πού άραξες τη βάρκα; куда ты поставил лодку?; 2. αμετ. 1) бросать якорь; причаливать; приставать (к берегу); 2) обосновываться, устраиваться; находить приют, убежище; 3) недоумевать, удивляться; άραξαν τα μάτια μου κοιτάζοντας я смотрел поражённый;

§ αράζω καλά — хорошо устраиваться;

σία κι' αράξαμε ирон. слезай, приехали

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "αράζω" в других словарях:

  • αράζω — αράζω, άραξα, αραγμένος βλ. πίν. 23 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αράζω — (I) [αράσσω] 1. προσορμίζω πλοίο 2. προσορμίζομαι, προσεγγίζω αγκυροβολώ 3. καταλήγω κάπου μετά από περιπλάνηση 4. φρ. «την άραξα» κάθισα αναπαυτικά, βολεύτηκα. (II) ἀράζω κ. ἀρράζω (Α) (για σκύλο) γαυγίζω, γρυλλίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ.… …   Dictionary of Greek

  • αράζω — άραξα, αραγμένος 1. αγκυροβολώ: Εκεί που άραξες τα νερά είναι ρηχά. 2. καταλήγω κάπου μόνιμα: Εδώ πια θα αράξουμε. Φρ. «Σία κι αράξαμε» (συνήθως ειρωνικά), φτάσαμε στο τέρμα, πετύχαμε το σκοπό μας. 3. μτφ., κάθομαι, θρονιάζομαι τεμπέλικα. Ουσ.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀρόων — ἀράζω snarl fut part act masc voc sg (epic) ἀράζω snarl fut part act neut nom/voc/acc sg (epic) ἀράζω snarl fut part act masc nom sg (epic) ἀ̱ρόων , ἀρόω plough imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀ̱ρόων , ἀρόω plough imperf ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤρασθε — ἀράζω snarl plup ind mp 2nd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀράζω snarl perf imperat mp 2nd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀράζω snarl perf ind mp 2nd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἤρᾱσθε , ἀρέομαι plup ind mp 2nd pl (attic) ἤρᾱσθε …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράζουσιν — ἀράζω snarl pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀράζω snarl pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρόωντα — ἀράζω snarl fut part act neut nom/voc/acc pl (epic) ἀράζω snarl fut part act masc acc sg (epic) ἀρόω plough pres part act neut nom/voc/acc pl (epic) ἀρόω plough pres part act masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρόωσι — ἀράζω snarl fut part act masc/neut dat pl (epic) ἀράζω snarl fut ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀρόω plough pres part act masc/neut dat pl (epic) ἀρόω plough pres subj act 3rd pl (epic) ἀρόω plough pres ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρόωσιν — ἀράζω snarl fut part act masc/neut dat pl (epic) ἀράζω snarl fut ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀρόω plough pres part act masc/neut dat pl (epic) ἀρόω plough pres subj act 3rd pl (epic) ἀρόω plough pres ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤρακεν — ἀράζω snarl plup ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀράζω snarl perf ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἤρᾱκεν , ἐρέω love plup ind act 3rd pl (attic epic doric aeolic) ἤρᾱκεν , ἐρέω love perf ind act 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρᾷς — ἀράζω snarl fut ind act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»